Από τις 22 έως τις 25  Απριλίου 2026, πραγματοποιήθηκε η εκπαιδευτική λογοτεχνική εκδρομή μαθητών και μαθητριών της Β1 τάξης του Λυκείου στο νησί της Σκιάθου, στο πλαίσιο πολιτιστικού προγράμματος υπό τον τίτλο: «Η Φόνισσα – Ο Παπαδιαμάντης και το τραγικό της ανθρώπινης ψυχής». Κατά τη διάρκεια της λογοτεχνικής δράσης στη Σκιάθο, οι μαθητές/τριες αναζήτησαν Παπαδιαμάντεια τοπόσημα, επισκέφτηκαν το Σπίτι–Μουσείο Παπαδιαμάντη, το αναλόγιο φύσης, το Μοναστήρι της Ευαγγελίστριας, το Σκιαθίτικο Σπίτι, και συμμετείχαν σε στρογγυλό τραπέζι λογοτεχνικής συζήτησης.
Υπεύθυνος Εκπαιδευτικός: Δημήτρης Γαρουφαλής, Φιλόλογος, 
Συνοδός στην εκπαιδευτική εκδρομή στη Σκιάθο: Βιολέτα Γιαννέτα, Φυσικός.
 
Ήταν σαν να βγήκαμε για λίγο έξω από τον χρόνο, σαν να στάθηκε στην άκρη του δρόμου για να μας δει να περνάμε. Τα πρωινά στη Σκιάθο ήταν γλυκά, με καθαρό φως και μια ανάσα αέρα σχεδόν ανεπαίσθητη. Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β τάξης του σχολείου μας, με πρόσωπα ακόμη αθώα από το βάρος της ζωής, περπατούσαν με μια ήσυχη χαρά, σαν μια μικρή συντροφιά χωρίς έγνοιες.
Στο τραπέζι, απλό και φροντισμένο, ο καφές άχνιζε με ένα άρωμα οικείο, σχεδόν παρηγορητικό. Το λουκούμι, λευκό και καθαρό, και το γλυκό του κουταλιού, που έλαμπε στο φως, έδιναν στη στιγμή μια γλυκύτητα λιτή αλλά ουσιαστική. Εκεί, χωρίς πολλά λόγια, γεννιόταν μια αίσθηση κοινότητας — όχι μέσα από διδασκαλία, αλλά μέσα από το να μοιράζεσαι απλώς τον ίδιο χρόνο.
Ύστερα, μέσα στο σπίτι του αγίου της λογοτεχνίας μας, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, με τους πέτρινους τοίχους και τα σκεύη κρεμασμένα σαν ίχνη άλλων εποχών, στάθηκαν σιωπηλοί. Όχι σαν επισκέπτες, αλλά σαν να άγγιζαν κάτι που τους ξεπερνούσε. Κοίταζαν με ένα βλέμμα όπου η απορία συναντούσε τον σεβασμό. Η σιωπή τους δεν ήταν αμηχανία· ήταν η πρώτη αίσθηση ότι ο χρόνος δεν περνά απλώς — αφήνει βάρος.
Κι εγώ, ανάμεσά τους, όχι τόσο ως δάσκαλος που εξηγεί, αλλά ως κάποιος που κρατά μια μικρή φλόγα και τη μεταδίδει χωρίς θόρυβο.
Όταν βγήκαμε στο ανοιχτό φως, πάνω στην πέτρα και μπροστά στη θάλασσα που απλωνόταν χωρίς όρια, στάθηκαν ξανά. Άλλοι κοίταζαν το νερό, άλλοι τον ήλιο, κι άλλοι — λίγοι ίσως — μέσα τους. Το γέλιο τους ήταν καθαρό, αλλά μέσα του υπήρχε ήδη κάτι πιο βαθύ, μια σκιά γλυκιά, σαν πρώτη υπόσχεση του μέλλοντος.
Και τότε φαινόταν καθαρά πως αυτή η λογοτεχνική εκδρομή δεν ήταν απλώς μια μετακίνηση σε έναν τόπο. Ήταν ένα πέρασμα. Μια μικρή, σχεδόν αθόρυβη μετάβαση από την ανεμελιά στην επίγνωση.
Κι από όλες εκείνες τις μέρες, δεν ήταν τα απέριττα σπίτια, τα στενά σοκάκια, το ρολόι στην κορυφή, τα λίθινα κεραμίδια του μοναστηριού, η σκιά των κυπαρισσιών, ο καφές, ούτε το γλυκό, ούτε καν η θάλασσα που έμενε τελικά. Ήταν εκείνη η στιγμιαία ένωση των ανθρώπων — που γεννήθηκε, έλαμψε και υποχώρησε στη γραμμή των οριζόντων, σαν κύμα που φτάνει, αγγίζει και φεύγει, αφήνοντας πίσω του μόνο ένα ίχνος, σημάδι ανεξίτηλο στην καρδιά.
Σκιάθος 
σκιάθος
 
 
Print Friendly, PDF & Email